Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Συμφωνία: Το τέλος ή η αρχή της μάχης;


Πολύς λόγος θα γίνει στους κύκλους της Αριστεράς για την συμφωνία με τους θεσμούς.
Θεωρώ, ότι πρέπει να γίνει ένας ουσιαστικός διάλογος για την νέα πραγματικότητα και τους όρους σύγκρουσης με τα κατεστημένα οικονομικά συμφέροντα.
Ξεκινώ με κάποιες πρώτες απαντήσεις σε κομβικά ερωτήματα:

Ερώτημα πρώτο: Έπρεπε η κυβέρνηση να συνάψει συμφωνία ή έπρεπε να επιμείνει σε ρήξη;
Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να αποφασίσουμε με ποιες δυνάμεις κάνουμε την ρήξη:

  • Ρήξη με τις χώρες της ευρωζώνης;
  •  Ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση;
  • Ρήξη με το παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο;

Ας ξεκινήσουμε με το σενάριο της ρήξης με την ευρωζώνη. Αυτό θα σήμαινε έξοδο από την ευρωζώνη και επιστροφή στην δραχμή. Έχω επανειλημμένα αρθρογραφήσει για τις δυσμενέστατες επιπτώσεις από την επιστροφή στην δραχμή:
15 Μαΐου 2012 «Ποιοι θέλουν την Ελλάδα εκτός Ευρώ;»
12 Απριλίου 2012 «Συνέχεια του διαλόγου για την δραχμή ή το ευρώ».
12 Απριλίου 2012 «ΕΥΡΩ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΡΑΧΜΗΣ Ένα οικονομικό ή πολιτικό δίλημμα;»

Θεωρώ, ότι οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις απέδειξαν ότι τα παγκόσμια οικονομικά συμφέροντα θέλουν διακαώς την χώρα εκτός ευρώ. Οι υπέρμαχοι της δραχμής ας αναρωτηθούν γιατί οι κύκλοι του κ. Σόιμπλε έχουν συμφέροντα σε μία Ελλάδα εκτός ευρώ. Το μοναδικό επιχείρημα υπέρ της δραχμής, ότι δήθεν θα βοηθήσει τις ελληνικές εξαγωγές, δεν υφίσταται, όσο είναι διαλυμένες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η αγροτική μας παραγωγή. Γιατί για να ξεκινήσει ξανά ανταγωνιστική παραγωγή χρειάζεται εκσυγχρονισμός με εισαγόμενα τρακτέρ, εργαλειομηχανές, ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Την ίδια ώρα που ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας θα πάλευαν να αγοράσουν εξοπλισμό με διαρκείς υποτιμήσεις του νομίσματος, οι Γερμανοί θα αγόραζαν την γη και τις εγκαταστάσεις μας κοψοχρονιά, όπως έκαναν στην Βουλγαρία, την Πολωνία, την Τσεχία κ.λπ. Με την δραχμή θα γινόμασταν οριστικά αποικία της Γερμανίας και ιδανικός χώρος επιθετικών εξαγορών της μισοχρεοκοπημένης παραγωγικής μας μηχανής. Το ζήσαμε στην κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, δεν χρειάζεται να το ζήσουμε και στην χώρα μας.

 

Ίσως στο δεύτερο σενάριο, η Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης να πάψει να αποτελεί δέλεαρ για τα γερμανικά γεράκια. Θα συνεχίσει όμως να αποτελεί πεδίο επιθετικών εξαγορών για αμερικάνικες ή άλλες πολυεθνικές. Ας μας υποδείξουν οι υπέρμαχοι της εξόδου, ποια ή ποιες χώρες με κλονισμένη οικονομία και διεφθαρμένη διοίκηση, δεν έγιναν βορά στα νύχια των πολυεθνικών, δεν έγιναν ανεξέλεγκτοι σκουπιδότοποι και χώρος εγκατάστασης ρυπογόνων βιομηχανιών, που απαγορεύεται να εγκατασταθούν στις ΗΠΑ και την Ε.Ε.

Φυσικά κάποιοι ονειρεύονται ότι όλα αυτά αντιμετωπίζονται από μία ανεξάρτητη-ανένδοτη-σοσιαλιστική κυβέρνηση. Με ποια οικονομία όμως θα στέκονταν μία τέτοια κυβέρνηση; Σε ποιες χώρες θα έκανε εξαγωγές; Από ποιες χώρες θα έκανε εισαγωγές; Με ποιες χώρες και ποιους όρους θα έκανε γεωπολιτικές συμμαχίες; Με ποια όπλα θα διασφάλιζε την εδαφική της ακεραιότητα; Θα κάναμε συμμαχία με την Κίνα, την ώρα που καταγγέλλουμε την πώληση του Πειραιά στην Cosco και την ώρα που τα κινέζικα προϊόντα στραγγαλίζουν τις μικρομεσαίες μας επιχειρήσεις; Θα κάναμε συμφωνία με την Ρωσία; Πόσο θα κόστιζε η προστασία της; Σε ποιες άλλες κυβερνήσεις πουλά προστασία η Ρωσία και με ποιους όρους; Τελικά οι υπέρμαχοι της ρήξης με τον παγκόσμιο καπιταλισμό, πώς φαντάζονται την Ελλάδα στην σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα;

Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι με την Ελλάδα στα όρια της κατάρρευσης, όλοι την ονειρεύονται ως πεδίο εφαρμογής της πολιτικής τους:
  • Ο Σόιμπλε την βλέπει σαν την νέα Πολωνία
  • Το ΚΚΕ την βλέπει σαν την αναβίωση του υπαρκτού σοσιαλισμού.
  • Οι εθνικιστές ως την αναβίωση του απομονωτισμού και της εθνικής καθαρότητας.

Σε αυτή την σύγκρουση ιδεολογιών, η ζώσα πραγματικότητα είναι τραγικά απούσα. Παραβλέπεται το κόστος των συγκρούσεων, την φτώχια, την πιθανή έλλειψη ζωτικών αγαθών (φαρμάκων, πρώτων υλών, εργαλείων, εξοπλισμού). Υποτιμώνται ενδεχόμενα θερμά επεισόδια με την γειτονική Τουρκία. Αγνοείται η πιθανή αντίδραση των ΗΠΑ, για να διασφαλίσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα.

Η δική μου απάντηση στο ερώτημα είναι, ότι η Ελλάδα αδυνατεί να διαχειριστεί ρήξη με κανένα εξωτερικό «εχθρό», εάν πρώτα δεν νικήσει στην μάχη με το «τρίγωνο της διαπλοκής» που επί δεκαετίες έχει απομυζήσει τους εθνικούς πόρους και έχει διαλύσει τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό. Αν πρώτα δεν καταστρέψει το εσωτερικό καθεστώς που μετέτρεψε τους Έλληνες από πολίτες σε πελάτες, κάθε ρήξη θα οδηγήσει πιθανότατα στην μεγαλύτερη εθνική καταστροφή μετά την μικρασιατική.

Ερώτημα δεύτερο: Γιατί αφού θέλαμε την συμφωνία, πήγαμε στο δημοψήφισμα;
Ίσως δεν έχουν γίνει κατανοητές οι ριζικές ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στο τελεσίγραφο της 25ης Ιουνίου και στην σημερινή συμφωνία. Τις επόμενες ημέρες θα πρέπει να γίνει εκτενής διάλογος για αυτό. Εκείνο που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι χωρίς το δημοψήφισμα:

1.       Η κυβέρνηση θα βρίσκονταν ανάμεσα στις συμπληγάδες να δεχθεί ή να απορρίψει το τελεσίγραφο, που θα σκότωνε για παράδειγμα τον τουρισμό και 3-4 μήνες μετά θα ξανάφερνε τον εφιάλτη του Grexit.
2.       Σε περίπτωση απόρριψης της συμφωνίας από την Βουλή, την επομένη θα έκλειναν οι τράπεζες και δεν θα υπήρχε καμία πολιτική διέξοδος για να επανέλθουν οι θεσμοί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Εκτιμώ, ότι το ΟΧΙ της βουλής στο τελεσίγραφο ήταν δεδομένο. Ακόμα όμως και να υπερψηφίζονταν, σε 3-4 μήνες θα βρισκόμασταν ξανά σε δημοσιονομικό αδιέξοδο και νέους εκβιασμούς για Grexit. 
Με το δημοψήφισμα αυτός ο εκβιασμός ανατράπηκε.
Ένα ΝΑΙ του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμ θα ασκούσε μία ισχυρή πολιτική πίεση στον Σόιμπλε να σεβαστεί την βούληση ενός λαού και να πάψει να εξυφαίνει σενάρια για Grexit. Στην περίπτωση λοιπόν του ΝΑΙ, θα είχαμε υποστεί μία κακή δημοσιονομική συμφωνία, αλλά τουλάχιστον θα είχαμε καταστρέψει τα κρυφά σχέδια του Σόιμπλε για Grexit.

Τα αποτελέσματα του ΟΧΙ ήταν ακόμα καλύτερα: Άνοιξε ο δρόμος για να πέσουν οι μάσκες, να αποκαλυφθεί το λόμπι της Δραχμής, να παρέμβει η Γαλλία και άλλες χώρες και να μπει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το πολιτικό στοιχείο. Το ύστατο καταφύγιο του Σόιμπλε ήταν ότι «δεν εμπιστεύεται την Ελλάδα» δηλαδή ομολόγησε ότι από την πρώτη στιγμή δεν εργαζόταν για μία συμφωνία.
Η βούληση του ελληνικού λαού, που με κλειστές τράπεζες αντιστάθηκε στην τρομολαγνεία, δημιούργησε την νέα πραγματικότητα με δύο πυλώνες:

  •  Η διαπραγμάτευση έπρεπε να σεβαστεί την βούληση ενός λαού.
  •  Η διαπραγμάτευση έπρεπε να γίνει με την νόμιμη κυβέρνηση και όχι με συνταγματικά έωλες λύσεις τύπου «Παπαδήμου».

Ανακεφαλαιώνοντας: 
Για όσους θεωρούν ότι μία ρήξη θα ήταν καταστροφική, η υπογραφή της συμφωνίας είναι μονόδρομος και η άρνηση της θα ήταν το καλύτερο δώρο για τους δανειστές. Κάθε εβδομάδα παράτασης θα χειροτέρευε τους όρους της συμφωνίας και θα αύξανε το κόστος επιστροφής στην ομαλότητα.
Για όσους θεωρούν την ρήξη, προτιμότερη από την συμφωνία, πρέπει επιτέλους να περιγράψουν την μορφή της, να την περιγράψουν ποσοτικά. Είναι άδικο για τον πρωθυπουργό, να περιγράφει με ακρίβεια τις σοβαρές παρενέργειες της συμφωνίας, χωρίς οι υπέρμαχοι της ρήξης να περιγράφουν με αντίστοιχη ακρίβεια τις θυσίες και την φτωχοποίηση, που προϋποθέτει η ρήξη.

Τελικό ερώτημα: Πρόδωσε η κυβέρνηση Τσίπρα τις προεκλογικές της δεσμεύσεις;

Στόχος της κυβέρνησης Τσίπρα ήταν να απαλλάξει την χώρα από τρεις πληγές:
·         Το τρίγωνο της διαπλοκής
·         Τη λιτότητα
·         Τα υφεσιακά μέτρα.
Ταυτόχρονα η συντριπτική πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στο εκλογικό σώμα, είναι αντίθετη με την λογική της ρήξης με την Ε.Ε.
Αν λοιπόν θέλουμε να αποτιμήσουμε την σημερινή πραγματικότητα, συγκρίνοντας την με τις προεκλογικές δεσμεύσεις, τότε οφείλουμε να επισημάνουμε τις παρακάτω ανακολουθίες:
1.       Δεν ίσχυε η εκτίμηση, ότι οι εταίροι θα δεχθούν το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης προκειμένου να μας κρατήσουν στην ευρωζώνη. Αποδείχθηκε ότι οι εταίροι, ούτε το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης ήθελαν, ούτε οποιοδήποτε άλλο, γιατί ήθελαν να μας διώξουν από την Ευρωζώνη.

2.       Δεν ίσχυε επίσης η εκτίμηση, ότι οι δανειστές θα αποδεχθούν ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα,  που διασφαλίζει την μέγιστη αποπληρωμή του χρέους. Οι δανειστές, μπορεί να χάσουν χρήματα, εάν η Ελλάδα καταρρεύσει, αλλά ταυτόχρονα θα κερδίσουν περισσότερα από τις επερχόμενες επιθετικές εξαγορές της διαλυμένης οικονομίας μας. Άρα δεν θέλουν να σώσουν την Ελλάδα για να διασφαλίσουν τα χρήματα τους, αλλά να την κατασπαράξουν.

Με βάση τα παραπάνω δεν υπήρχε καμία προοπτική αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας και αυτό είναι η μοναδική υπόσχεση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που εκ των πραγμάτων δεν τηρήθηκε.
Ακόμα και εάν η κυβέρνηση ήξερε από την πρώτη στιγμή, ότι οι εταίροι δεν έχουν καμία πρόθεση να δεχθούν μία έντιμη συμφωνία, ελάχιστες διαφορές θα είχε η τελική κατάληξη.

Ωστόσο σε αυτό τον πόλεμο, που θα συνεχιστεί σε πολλά επίπεδα κερδήθηκε μία τεράστια μάχη: Η γερμανική πολιτική υπέστη τεράστια ήττα. Ήθελαν να πετάξουν την Ελλάδα από το ευρώ, χρεώνοντας την ευθύνη στην χώρα μας. Απέτυχαν! Ταυτόχρονα, δεκάδες θεσμικοί παράγοντες ασκούν πλέον σκληρή κριτική στην γερμανική πολιτική. Είναι πλέον κοινός τόπος, ότι για την ευρωπαϊκή κρίση, έχουν βαρύτατες ευθύνες οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών.

Τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα;

Η κυβέρνηση οφείλει να διαχειριστεί την απόσταση της συμφωνίας από τις προεκλογικές υποσχέσεις. Αυτό όμως το πρόβλημα υπάρχει είτε υποκύψει στην δυσμενή συμφωνία, είτε την αρνηθεί οδηγώντας την χώρα σε άτακτη χρεοκοπία, αφού από τις προεκλογικές της υποσχέσεις απουσίαζαν εξ ίσου:
  • Μία σκληρή συμφωνία με υφεσιακούς όρους
  • Μία ρήξη με την Ε.Ε. που θα οδηγούσε σε χρεοκοπία.
 Το πολιτικό κόστος σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένο, είτε υποχωρήσουμε στις απαιτήσεις των δανειστών, είτε πούμε ένα περήφανο ΟΧΙ. Είτε στην μία είτε στην άλλη περίπτωση είναι φανερό, ότι η πραγματικότητα είναι μακριά από τις προεκλογικές μας προσδοκίες.
Το κριτήριο λοιπόν της επιλογής είναι οι επιπτώσεις της στον ελληνικό λαό και στο μέλλον του. Εάν νηφάλια αξιολογήσουμε τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις, η απάντηση είναι φανερή: Με μία υποχώρηση σήμερα διασφαλίζουμε τον χρόνο για την εξυγίανση της οικονομίας μας και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Με μία ρήξη ανοίγουμε έναν πόλεμο, που είμαστε καταδικασμένοι να χάσουμε αφήνοντας την χώρα εύκολη λεία στις επιθετικές εξαγορές.
Ορθά λοιπόν ο Αλέξης Τσίπρας μετά από 6 μήνες σκληρής μάχης, αφού ακύρωσε κάθε σχέδιο του Σόιμπλε για Grexit, κατέληξε σε συμφωνία που δεν αφήνει νικητές. Είναι η αρχή ενός πολέμου, που πρέπει να ξεκινήσει από το εσωτερικό μέτωπο.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου